Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Μια ζωή


Άλλη μια μέρα πέρασε, παρέα με τους φίλους μου. Όχι, δεν έχω παράπονο. Δεν λέω αυτά που λένε οι συγκάτοικοί μου για τα παιδιά τους: Πως τους παράτησαν στο γηροκομείο και δεν νοιάζονται. Το ξέρω ότι οι δικοί μου με αγαπούν. Όμως έχουν τη ζωή τους. Και το διαμέρισμά τους είναι μικρό. Είπαν να μου νοικιάσουν μια γκαρσονιέρα. Κάπου κοντά τους. Είπα «όχι». Γιατί να μένω μόνη μου;
Η κόρη μου δουλεύει σε μια εταιρεία μέχρι τις τρεις. Μετά τρέχει για τα παιδιά και τον σύζυγο.
Πού χρόνος για μένα; Τις Κυριακές τρώμε μαζί. Πότε σε ταβέρνες, πότε στο σπίτι τους. Χαίρομαι που τους αγκαλιάζω και μιλώ με τα εγγόνια μου. Δεν μπορώ να κάθομαι πολλή ώρα μαζί τους.
Θέλω το δωμάτιό μου και τη σειρά μου. Όλοι τους προσπαθούν να με κάνουν να νιώθω άνετα.
Άνετα νιώθω μόνο όταν είμαι μόνη μου και σκέφτομαι. Όταν πηγαίνω στο σπίτι τους, παίζω με τα παιδιά, μιλάμε, φτιάχνω κανένα γλυκό. Κι όταν έρχεται η ώρα να φύγω, πάντα κλαίμε. Τους λέω να μη στενοχωριούνται, πως θα χαλάσουν την υγεία τους. Το άκουσα στην τηλεόραση. Τον γαμπρό μου δεν τον ξέρω καλά. Αυτός μόνο δουλεύει και βλέπει ποδόσφαιρο. Όλοι οι άντρες το ίδιο. Θα είναι τρυφερός μαζί της, φαίνεται, γιατί δεν την έχω ακούσει να διαμαρτύρεται ποτέ. Την έχει γλυκάνει ο γάμος. Δείχνουν ερωτευμένοι...

Μάτια στο καρφί


Έφτασα στο χωριό τον Σεπτέμβρη του 1950. Όλο πέτρες, μα δεν είχα αλλού να πάω. Ή δάσκαλος
στα κατσάβραχα, ή νηστικός στην πόλη. Πίσω από την αίθουσα, ένα στρώμα, μια καρέκλα και ένα τραπέζι. Τον χειμώνα άναβα τη σόμπα. Οι μαθητές κάθε πρωί έφερναν από ένα ξύλο· έκαιγαν μέχρι το απόγευμα. Μετά σκεπαζόμουν. Έτριζαν τα κόκκαλα. Σπάνια, κάποιος άφηνε ένα πιάτο φαγητό στην έδρα. Έβραζα τραχανά και έτρωγα για μέρες. Καφενείο δεν πήγαινα. Πού λεφτά. Μόνο σε καμιά γιορτή που πρόσφεραν γίδα. Οι μεγάλοι έλειπαν όλη μέρα. Στα λιγοστά χωράφια, στη βοσκή, στα γεφύρια. Τα παιδιά έρχονταν ξυπόλυτα για μάθημα. Είχαν μια πλάκα για να γράφουν με το κοντύλι. Καθόλου όρεξη για παιχνίδια· ούτε για μάθημα. Μόνο κάθονταν ήσυχα και κοιτούσαν. Στο καρφί· δίπλα στον πίνακα.Κρεμούσα τον ντορβά με το ψωμί εκεί. Να μην το φτάνουν τα ποντίκια. Καμιά εικοσαριά μάτια, καρφωμένα. Σε λίγες φέτες ψωμί. Τα περισσότερα ήταν νηστικά. Πού να πρωτοδώσεις. Περνούσα με αυτό το ψωμί μια βδομάδα. Το έφερνε ο παπάς την Κυριακή. Στα προβλήματα της αριθμητικής,απέφευγα τις κότες και τα μήλα. Έβαζα πέτρες, δέντρα· πράγματα που δεν τρώγονταν. Αυτά, στο διάλειμμα, ρίχνονταν με τα τέσσερα στην αυλή.Έψαχναν για βλαστάρια. Πεινούσαν. Έκλαψα κάτι φορές που τα έβλεπα. Μα τι να έκανα; Και εγώ στην ίδια μοίρα.
Ήμουν αυστηρός. Είχα μια βίτσα· από κρανιά....

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015




 Χωρίς Κουπιά

Μουσική: Μάκης Κουπτσίδης
Στίχοι: Όλγα Πατσούρα
Τραγουδά: Χάρις Μέγα
2014
Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο και δεν μου ανήκουν.
Το βίντεο έγινε για ψυχαγωγικούς λόγους και δεν αποσκοπεί σε κέρδη.
The photos are from the internet and do not belong to me. 

The video was made for entertainment purposes and is not intended to profits.